Life is a book and those who do not travel, read only one page

Bucuresti

Πληροφορίες Ταξιδιού

Οδοιπορικό 2011 I
Ημερομηνία:
Παρ, 26/08/2011 εως Κυρ, 28/08/2011
Ρουμανία
Μοτοσυκλετιστές: Μανώλης, Σάκης, Γιώργος Ζ., Στράτος
Συναναβάτες: -
Φωτογράφοι: Μανώλης, Γιώργος Ζ., Στράτος
Συγγραφείς: Μανώλης
Φωτογραφίες: Σύνδεσμος

Αξιοθέατα

Η παραμονή μας στο Bucuresti θέλαμε να είναι σε χαλαρούς ρυθμούς. Τόσο ο Γιώργος Ζ., όσο και ο Σάκης είχαν επισκεφτεί στο παρελθόν την πόλη και είχαν την ευκαιρία να δουν κάποια από τα αξιοθέατά της. Πρώτη φορά επισκέπτης της ήταν ο Στράτος. Θεώρησα λοιπόν πως θα ήταν καλύτερο να επισκεπτόμασταν 2-3 βασικά μέρη, τα οποία να ήταν άγνωστα στα παιδιά και ενδεχομένως να είχα να τα επισκεφτώ ο ίδιος αρκετό καιρό.  Με την λογική αυτή, το Muzeu Satului (=Μουσείο Χωριού) ήταν ένα από αυτά, που το επισκέφτηκα το 1997. Από κει και πέρα, το Parliament ή αλλιώς «Casa poporului» ήταν το δεύτερο, καθώς το είχα υποσχεθεί στον Γιώργο Ζ. Τέλος, θα πίναμε καφέ και θα περιπλανιόμασταν στα δρομάκια της παλιάς πόλης «Lipsicani», καθώς ήταν σε φάση αναβάθμισης τα τελευταία 5 χρόνια.

Σηκωθήκαμε κατά τις 9.30πμ. Πρώτος προορισμός μας ήταν το Muzeu Satului. Πρόκειται για ένα μουσείο (εισιτήριο: 6RON/άτομο) που φιλοξενεί κτίρια-οικίες από όλη σχεδόν την Ρουμανία. Είναι επιπλωμένα με αυθεντικά αντικείμενα της εποχής, που αντικατοπτρίζουν τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που ζούσαν σε αυτά. Είναι κατασκευασμένα από ξύλο, πλίθα και πέτρα, ανάλογα την περιοχή. Είναι ψηλοτάβανα με απότομες σκεπές  φτιαγμένες από ξύλο, άχυρο ή πλάκες σαν κεραμίδια. Όλα τα έπιπλα είναι ξύλινα. Το τζάκι χρησιμοποιούταν και ως κουζίνα, ενώ τα περισσότερα διέθεταν παραπάνω από ένα. Ενημερωτικές πινακίδες μας βοηθούσαν να καταλάβουμε την διαρρύθμισή τους, τον τρόπο κατασκευής, την προέλευσή αλλά και κάποια ακόμα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Για μένα ήταν εντυπωσιακό, καθώς τα τελευταία χρόνια έχω επισκεφτεί αρκετές περιοχές της χώρας. Με τον τρόπο αυτό μπορούσα να αντιστοιχίσω τις οικίες με τις περιοχές και να καταλάβω τόσο την αρχιτεκτονική τους, όσο και τους λόγους που ήταν φτιαγμένα με τα συγκεκριμένα υλικά. Όσα σπίτια ήταν ανοιχτά για το κοινό διέθεταν φύλακα και μπορούσαμε να δούμε το εσωτερικό τους. Τέλος, εκτός από τα σπίτια, στον χώρο φιλοξενούνταν και βοηθητικοί χώροι και κτίρια, πχ. αποθήκες, εκκλησίες, νερόμυλοι, ελαιοκομεία, κοτέτσια, στάνες, κα.

Η περιπλάνησή μας διήρκησε περίπου 3 ώρες. Όταν αποφασίσαμε να αναχωρήσουμε η ώρα πλησίαζε 4μμ. Ξεκινήσαμε να επισκεφτούμε την Casa Poporului (=το Σπίτι του Λαού) ή αλλιώς «Parliament», το μεγαλύτερο κτίριο της χώρας που αποτελεί σήμα κατατεθέν του Βουκουρεστίου -ίσως και ολόκληρης της Ρουμανίας. Δυστυχώς, σταθήκαμε άτυχοι, καθώς το ωράριο επισκέψεων ήταν μέχρι τις 4μμ. (Δευτέρα έως Παρασκευή). Προσωπικά, που το έχω ξαναεπισκεφτεί, δεν το θεωρώ κάτι το ιδιαίτερο. Πέρα όμως από αυτό, αποτελεί ένα αξιοθέατο, που επιβάλλεται να το δει όποιος επισκέπτεται την χώρα.

Ήταν η ώρα του φαγητού. Αν και είχαμε δοκιμάσει την ρουμανική κουζίνα και είχαμε μείνει όλοι ευχαριστημένοι –και με το παραπάνω-, δεν αντισταθήκαμε στον πειρασμό να επισκεφτούμε το «Ali Baba» (το παλιό «Abu-Abdu»). Αν και όλα έχουν αλλάξει από το παρελθόν, είναι ένα αξιοπρεπές αραβικό εστιατόριο, σχετικά οικονομικό, που αξίζει να το επισκεφτείς και να δοκιμάσεις την κουζίνα του. Επειδή ο Στράτος δεν είχε ξαναδοκιμάσει αραβική κουζίνα, το αποφασίσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Κατά τις 6.30μμ. επιστρέψαμε στο hostel να κάνουμε ένα μπανάκι και αργότερα να  επισκεφτούμε την περιοχή Lipscani.

Κατά τις 9μμ. ξεκινήσαμε. Μπήκαμε σε αυτή, από την μεριά που συνορεύει με το ποτάμι Dimbovita, κοντά στην πλατεία Unirii. Μόλις φτάσαμε, εντυπωσιάστηκα με το πλήθος του κόσμου που ήταν εκεί! Ίσως να αποτελεί το πιο πολυσύχναστο μέρος της πόλης. Πολλά είχαν αλλάξει από την τελευταία φορά που το είχα επισκεφτεί και ακόμα περισσότερα –σχεδόν τα πάντα- από τότε που ήμουν φοιτητής.

Η περιοχή Lipscani είναι το ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου. Μέχρι το 2007, ήταν αφημένη στην τύχη της. Τα παραδοσιακά νεοκλασικά σπίτια, στεκόντουσαν να θυμίζουν την αίγλη του παρελθόντος, χωρίς ίχνος συντήρησης. Οι δρόμοι πλακόστρωτοι μεν, αλλά με τρύπες και καθιζήσεις που ουσιαστικά φαίνονταν σαν βομβαρδισμένοι! Ο φωτισμός ανύπαρκτος. Στην περιοχή κατοικούσαν μόνο τσιγγάνοι, γεγονός που για τους περισσότερους ήταν ανασταλτικός παράγοντας για μια επίσκεψή. Όσα καταστήματα υπήρχαν βρίσκονταν περιφερειακά.

Νωρίτερα από το 2007 είχε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αναβάθμισής της.  Αφού πρώτα εκδιωχθήκαν οι τσιγγάνοι –που ουσιαστικά δεν είχαν τίτλους ιδιοκτησίας-, άρχισαν σιγά-σιγά να επισκευάζονται οι δρόμοι και να συντηρούνται τα κτίρια. Οι καφετέριες και τα εστιατόρια «ξεφύτρωναν» το ένα μετά το άλλο, τόσο στους κεντρικούς δρόμους, όσο και στα παρακείμενα δρομάκια. Ευτυχώς, τα περισσότερα από αυτά υιοθετούσαν στυλ που ταίριαζε με την περιοχή. Το σκηνικό –πλέον- συμπληρώνουν υπαίθριοι μικροπωλητές –ευτυχώς σε επιτρεπτό βαθμό- και σε κάποιες γωνιές οργανωμένες ή αυτοσχέδιες μουσικές σκηνές. Από την περιπλάνησή μας διαπίστωσα πως τα μικρότερα κ πιο ήσυχα στενά διαθέτουν πιο «ψαγμένα» μαγαζιά σε αντίθεση με τους κεντρικούς πεζόδρομους που έχουν χαρακτήρα περισσότερο τουριστικό και «επίδειξης».  Σχεδόν τα πάντα ήταν γεμάτα. Βρήκαμε να καθίσουμε κάπου κεντρικά. Παρατηρώντας τον κόσμο και την περιοχή δεν μπορούσα να πιστέψω που βρισκόμουν… Αν μου έκλειναν τα μάτια και με έφερναν στο συγκεκριμένο σημείο, δεν θα μπορούσα να το αναγνωρίσω με τίποτα…

Κατά τις 12.30πμ. πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για το hostel. Πριν επιστρέψουμε έκανα στα παιδιά μια βόλτα, ακολουθώντας την κλασική διαδρομή Kongalniceanu – Drept – Opera – Medicina – Cotroceni – Academie Militara. Κάναμε μια μικρή στάση στην παλιά μου γειτονιά… όσο κρατάει ένα τσιγάρο και μερικές κουβέντες με πολλές αναμνήσεις…

Επιστρέψαμε στο hostel… Ίσως να ήταν η πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που ταξιδεύω που δεν ήθελα να επιστρέψω…

***

27-28 Αυγούστου 2011 (Σάββατο-Κυριακή)

Έφτασε η μέρα της επιστροφής… Είχαμε προγραμματίσει να μείνουμε στην Θεσσαλονίκη, μετά –ουσιαστικά- από την «απαίτηση» του Αχιλλέα. Μας είχε προσκαλέσει και στο «ανέβασμα», αλλά του είχαμε αρνηθεί καθώς βιαζόμασταν… Τώρα η διανυκτέρευση μας εκεί ήταν μονόδρομος! Έτσι λοιπόν, δεν μας ένοιαζε να καθυστερήσουμε την αναχώρησή μας, αφού τα περίπου 700χλμ. που μας χώριζαν, θα γίνονταν χωρίς στάσεις, εκτός από αυτές για ανεφοδιασμό και ξεκούραση. Αφήσαμε λοιπόν την πρωτεύουσα με προορισμό τα σύνορα στο Gurgiu (60χλμ.)

Φτάνοντας αντικρίσαμε την γέφυρα που οριοθετεί τα σύνορα των 2 κρατών. Ο ποταμός Δούναβης αποτελεί το φυσικό όριο. Διασχίζοντάς την, αισθάνθηκα για μια ακόμα φορά νοσταλγία… πότε άραγε θα ξαναείχα την ευκαιρία να επισκεφτώ την Ρουμανία; Μια χώρα που αισθάνομαι ως δεύτερη πατρίδα μου… Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από το παρελθόν… Θυμάμαι όταν ήμουν φοιτητής και έφτανα στην γέφυρα του Δούναβη, ένιωθα τόσο πιο κοντά στην Ελλάδα… Ποτέ δεν είχα κοιτάξει τον καθρέπτη πίσω μου… Αυτή την φορά, όμως, έπιασα τον εαυτό μου να το κάνει. Προσπαθούσα να διακρίνω την πινακίδα που γράφει «Romania», το πρώτο καλωσόρισμα μπαίνοντας στην χώρα. Λένε, πως φεύγοντας από κάποιο μέρος αν γυρίσεις το κεφάλι σου προς τα πίσω, είναι σαν να δίνεις μια υποσυνείδητη υπόσχεση στον εαυτό σου πως θα επιστρέψεις…

Κατά τις 8μμ. βρισκόμασταν στα σύνορα του Προμαχώνα… Με το ζόρι υπήρχαν 3-4 υπάλληλοι και από αυτούς οι μισοί ήταν Βούλγαροι. Καμιά σχέση με την κατάσταση πριν το 2007. Τα κτίρια ήταν κλειστά και ήδη έχουν αρχίσει να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της εγκατάλειψης. Κάναμε μια ολιγόλεπτη στάση για ξεκούραση. Επί της ουσίας θέλαμε να συνειδητοποιήσουμε την επιστροφή μας. Αν και δεν είχαμε φτάσει μέχρι την Αθήνα, νιώθαμε την ευχαρίστηση της ολοκλήρωσης ενός ταξιδιού, όχι το τέλος του, αλλά της υλοποίησης ενός σκοπού.

Στην Θεσσαλονίκη μας περίμενε ο Αχιλλέας με όλη την οικογένεια. Πάντα χαμογελαστός και έτοιμος για πειράγματα. Η Τριάδα μας είχε ετοιμάσει ένα νόστιμο φαγητό που το απολαύσαμε στο μπαλκόνι με πολύ κουβέντα και γέλια.

Την επόμενη μέρα αναχωρήσαμε για τα τελευταία χιλιόμετρα του ταξιδιού… Μπαίνοντας στην Αθήνα, το ταξιδιωτικό παρεάκι διάνυε τα τελευταία μέτρα με τις μοτοσικλέτες να κινούνται παράλληλα… Ένα τελευταίο κορνάρισμα και ένας χαιρετισμός σηματοδοτούσε την λήξη του ταξιδιού για τον καθένα μας, καθώς ένας-ένας ακολουθούσε πορεία για το σπίτι του… Κάποια στιγμή έμεινα να οδηγώ μόνος στην Αττική Οδό… Μια σκέψη υπήρχε μόνο στο μυαλό μου: «Που θα είναι άραγε το επόμενο ταξίδι…;;;»