Life is a book and those who do not travel, read only one page

Mokra Gora - Guca - Nis

Πληροφορίες Ταξιδιού

Οδοιπορικό 2013 I
Ημερομηνία: Παρ, 20/09/2013
Σερβία
Απόσταση: 320χλμ.
Μοτοσυκλετιστές: Μανώλης, Γιώργος Ζ., Στράτος, Μίμης
Φωτογράφοι: Μανώλης, Γιώργος Ζ., Στράτος
Συγγραφείς: Μανώλης
Φωτογραφίες: Σύνδεσμος

Αξιοθέατα

Το ύπνος της προηγούμενης βραδιάς δεν ήταν καλός για κανέναν μας. Μαζέψαμε τα πράγματα νωρίς και πήγαμε στο εστιατόριο του σταθμού που είχαμε φάει το προηγούμενο βράδυ για να πάρουμε πρωινό. Ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται στον σταθμό καθώς θα ξεκινούσε η πρωινή εκδρομή με το τρενάκι. Εμείς, επειδή την είχαμε κάνει την προηγούμενη φορά που είχαμε επισκεφτεί το Mokra Gora, θέλαμε μόνο να επισκεφτούμε το Kustudorf.
 
Έτσι λοιπόν, κατά τις 10.30πμ. βρισκόμασταν εκεί. Παρκάραμε τις μοτοσικλέτες στο παρκινγκ και αφού πληρώσαμε 2,5€/άτομο είσοδο, μπήκαμε στο χώρο του μικρού χωριού, που στην ουσία είναι ένας μικρός οικισμός με ξύλινα σπίτια, στα οποία μπορείς να μείνεις και ένας περιβάλλοντας χώρος πολύ γραφικός, που φιλοξενεί διάφορα κτίρια.
 
Το χωριό ονομάζεται Drvengrad, που σημαίνει «ξύλινο χωριό». Η εναλλακτική ονομασία του είναι «Kustendorf», προερχόμενο από το Kustu-rica και το «dorf» που σημαίνει χωριό στα γερμανικά. Κατασκευάστηκε από τον διάσημο σκηνοθέτη Emir Kusturica, για τις απαιτήσεις του έργου «Life is a miracle». Η ιδέα κατασκευής του χωριού –πέρα από το γεγονός πως χρησιμοποιήθηκε ως σκηνικό της ταινίας- είναι «...να αποτελέσει ένα μέρος όπου θα διοργανώνονται σεμινάρια σινεμά, κονσέρτων, κεραμικής, ζωγραφικής. Ένα μέρος όπου η διαφορετικότητα των διαφόρων κουλτουρών να αντιπαρατεθεί ενάντια στην γενικότερα παγκοσμιοποίηση...»
 
Στο χωριό σχηματίζονται μικροί δρόμοι και πλατείες, στις οποίες ο Emir Kusturica έχει δώσει ονομασίες προερχόμενες από προσωπικότητες που είναι σημαντικές για αυτόν όπως: Nikola Tesla, Ernesto "Che" Guevara, Diego Maradona, Miodrag Petrovic Ckalja, Federico Fellini, Ingmar Bergman, Joe Strummer, Novak Dokovic και φυσικά  Ivo Andric, του οποίο το όνομα κατέχει τον κεντρικό δρόμο. Η καφετέρια του χωριού ανοίγει από τις 9πμ., οπότε ήταν το μοναδικό μέρος στο οποίο μπορούσαμε να πιούμε έναν καφέ, για να ρεμβάσουμε το τοπίο και να ξεκουραστούμε λίγο πριν την αναχώρηση.
 
Κατά τις 12.30 αναχωρήσαμε με προορισμό την Nis, όπου θα αποτελούσε το τελευταίο σημείο διανυκτέρευσης εκτός Ελλάδας, αλλά και το σημείο συνάντησης με τον Αχιλλέα που θα ανέβαινε την ίδια μέρα από Θεσσαλονίκη, για να επιστρέψουμε όλοι μαζί. Η διαδρομή από την Mokra Gora μέχρι την Uzice ήταν όμορφη, ίδιο  σκηνικό με αυτό των προηγούμενων ημερών: πυκνή βλάστηση, καταπράσινα οροπέδια, ελικοειδής και άνετος δρόμος.
 
Λίγο μετά την Uzice κάναμε έναν ανεφοδιασμό και συνεχίσαμε για Pozeca – Cacak. Λίγο μετά το Pozeca, αμέσως μετά από ένα τούνελ, μόλις καταφέραμε να δούμε την πινακίδα για Guca. Επειδή η ημέρα δεν είχε επίσκεψη σε κάποια αξιοθέατα για τα οποία θα έπρεπε να διαθέσουμε χρόνο, σκεφτήκαμε πως θα μπορούσαμε να κάνουμε μια παράκαμψη από το κεντρικό οδικό δίκτυο και να επισκεφτούμε την μικρή κωμόπολη της Guca.
 
Ο δρόμος ήταν στενός με αρκετές στροφές. Διέσχιζε ένα οροπέδιο –στο μεγαλύτερο σημείο του- με πλούσια βλάστηση, που σε μερικά σημεία του γινόταν εντυπωσιακή. Σύντομα φτάσαμε στην Guca, για την οποία ο φίλος Σάκης από την Κοζάνη, μου είχε μιλήσει με τα καλύτερα λόγια, καθώς την έχει επισκεφτεί στο φεστιβάλ μουσικής που οργανώνεται κάθε χρόνο.
 
Το μουσικό αυτό φεστιβάλ ξεκίνησε επίσημα το 2001 και φιλοξενούσε ντόπιους μουσικούς –ερασιτέχνες και επαγγελματίες- που χρησιμοποιούσαν πνευστά χάλκινα όργανα. Σιγά - σιγά άρχισε να αποκτά μεγάλη φήμη, με αποτέλεσμα πλέον να αποτελεί έναν ετήσιο διαγωνισμό, που πραγματοποιείται τον Αύγουστο και λαμβάνουν μέρος και μουσικοί εκτός Σερβίας. Το μικρό αυτό χωριό φτάνει να φιλοξενεί τις ημέρες του φεστιβάλ μέχρι και 600.000 επισκέπτες!!! Για όσους έχουν βρεθεί στην Guca τις ημέρες του φεστιβάλ, η εμπειρία είναι ανεπανάληπτη!!!
 
Φτάνοντας στην κεντρική πλατεία, συναντήσαμε το άγαλμα σύμβολο της πόλης, τον τρομπετίστα. Κάναμε μια ολιγόλεπτη στάση και με την ευκαιρία επισκέφτηκα και την παρακείμενη εκκλησία του που ξεχωρίζει από το κόκκινο χρώμα της και από τις μαρμάρινες πλάκες όπου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων στον Πόλεμο του 1912-1918 της Guca αλλά και τον κοντινών χωριών.
 
Αναχωρήσαμε από την Guca, ακολουθώντας αρχικά για Ivanjica και στην συνέχεια για Kraljevo. Εναλλακτικός δρόμος θα μπορούσε να ήταν να πάμε στο Cacak και από εκεί να χρησιμοποιούσαμε τον κεντρικό οδικό δίκτυο για Kraljevo. Εμείς όμως προτιμήσαμε να οδηγήσουμε από το επαρχιακό δίκτυο. Από την μια η ιδέα ήταν καλή, καθώς περάσαμε από μικρά χωριά –όχι κάτι το ιδιαίτερο- που μας έδωσαν όμως την ευκαιρία να δούμε την σερβική επαρχία. Επίσης, το τοπίο ήταν πολύ όμορφο με έντονη βλάστηση και κάποιες καλλιέργήσιμες εκτάσεις με καλαμπόκια. Το αρνητικό ήταν η κατάσταση του δρόμου, που δεν ήταν η καλύτερη με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να κινηθούμε με γοργούς ρυθμούς.
 
Φτάνοντας το Kraljevo, από λάθος, ακολουθήσαμε τις πινακίδες για Βελιγράδι, με αποτέλεσμα να διανύσουμε αρκετά χιλιόμετρα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που θέλαμε. Η σήμανση ήταν ελλειπής, καθώς θα έπρεπε να περάσουμε ΜΕΣΑ από το Kraljevo προκειμένου  να βρεθούμε στο δρόμο που οδηγούσε στο Krusevac.
 
Η διαδρομή μέχρι το Krusevac θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω αδιάφορη και ενδεχομένως μονότονη, επηρεασμένος φυσικά όλα όσα είχαμε δει τις προηγούμενες μέρες και είχε ανεβάσει πολύ ψηλά τον πήχη στις απαιτήσεις μας. Επιπλέον, είχε αρκετή κίνηση και ήταν σχετικά στενός για κεντρικό οδικό δίκτυο.
 
Φτάνοντας στο Krusevac, συναντήσαμε τις πρώτες πινακίδες που ενημέρωναν για τον αυτοκινητόδρομο Ε75 που οδηγούσε Βελιγράδι και για Nis. Θέλοντας να φτάσουμε εγκαίρως –καθώς ο Αχιλλέας βρισκόταν ήδη στην Nis- σκεφτήκαμε πως η καλύτερη ιδέα ήταν να τον χρησιμοποιήσουμε. Έτσι λοιπόν, μερικά χιλιόμετρα αργότερα βρισκόμασταν επί του αυτοκινητόδρομου, αυξάνοντας τους ρυθμούς μας.
 
Ο τρόπος χρήσης και πληρωμής του σερβικού αυτοκινητόδρομου, γίνεται με εισιτήριο που προμηθεύεσαι όταν μπαίνεις και πληρώνεις κάποια στιγμή στη πορεία, λίγο πριν την Nis. Βγήκαμε από την  έξοδο για Nis, λίγο μετά το αεροδρόμιο της πόλης. Ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο, χωρίς να στρίψουμε πουθενά, καταλήξαμε σε μια κεντρική πλατεία, η οποία ήταν κοντά στην καρδιά της πόλης. Με μια μικρή βοήθεια από τους ψηφιακούς χάρτες βρεθήκαμε μπροστά στο ξενοδοχείο μας.
 
Ουσιαστικά και πάλι επρόκειτο για διαμέρισμα (La Palace Apartements: 48€/5 ατομα), που βρισκόταν 5-10 λεπτά από το κεντρικότερο σημείο της πόλης και από το κάστρο της. Το δωμάτιο ευρύχωρο, καθαρό και ο υπάλληλος στην ρεσεψιόν ευγενικότατος και πρόθυμος να μας βοηθήσει με πληροφορίες. Τις μοτοσικλέτες παρκάραμε στο πίσω μέρος, σε έναν ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας.
 
Η Nis  (η αρχαία Ναϊσσός) είναι μια όμορφη πολή χτισμένη στις όχθες του ποταμού Nisava. Είναι η 3η μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Η ιστορία της ανάγεται στην εποχή προ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στη Ναϊσσό γεννήθηκε το 274 ο Μέγας Κωνσταντίνος. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οχυρώθηκε για να μπορεί να αντιστέκεται στις σλαβικές επιδρομές από βορρά. Μέχρι τις μέρες μας, το κάστρο αποτελεί το βασικό αξιοθέατο της πόλης και είναι επισκέψιμο τόσο από τουρίστες, όσο και από ντόπιους. Διαθέτει 5 πύλες – εισόδους, ενώ η Stambol kapija αποτελεί την διασημότερη. Μάλιστα μπαίνοντας από αυτή –στην αριστερή πλευρά της- βρίσκεται το παλαιό τουρκικό hamam, ενώ τμήματα της εσωτερικής πλευράς των τειχών έχουν μετατραπεί σε όμορφα εστιατόρια και καφετέριες.
 
Επειδή ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος και ουσιαστικά είχε πλέον νυχτώσει, ξεκινήσαμε να κάνουμε μια βόλτα στο πιο ζωντανό τμήμα της πόλης και να καταλήξουμε στο κάστρο. Μπροστά από την πύλη Stambol kapija, βρίσκεται ο ποταμός Nisava, που αποτελεί το όριο του εμπορικού τμήματος της πόλης αλλά και η καρδιά της νυχτερινής (και όχι μόνο) ζωής της Nis. Περπατήσαμε σε αυτή την περιοχή, νιώθωντας την ζωντάνια των ανθρώπων. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα κάτι που λέω για την Αθήνα: «Μια πολή που σου δίνει την αίσθηση πως δεν κοιμάται ποτέ...» Και το περίεργο σε αυτό ήταν πως δεν ήταν καν η πρωτεύουσα της χώρας!
 
Μέχρι να φτάσουμε στο κάστρο, συναντήσαμε πολλές καφετέριες, εστιατόρια, μπαράκια, ταχυφαγεία και φυσικά πολύ κόσμο και μάλιστα όμορφο κόσμο, περιποιημένο κόσμο...

Ο υπάλληλος στην ρεσεψιόν μας πρότεινε για φαγητό το μαγαζί Hamam, που βρισκόταν ακριβώς μόλις έμπαινες στο κάστρο, εντός τον τειχών. Όπως φανερώνει και το όνομά του, επρόκειτο για παλαιά τουρκικά χαμάμ που στις μέρες μας έχουν μετατραπεί σε ένα εστιατόριο με πολλά δωμάτια με όμορφη διακόσμηση. Όταν πήγαμε ήμασταν οι πρώτοι πελάτες, αλλά σύντομα το μαγαζί γέμισε με ντόπιους νέους που από τον τρόπο που κινούνταν φανέρωναν πως ήταν στέκι τους. Σε αντίθεση με ότι θα περίμενε κανείς, τελικά δεν αποτελούσε και τόσο εστιατόριο για τουρίστες.
 
Το φαγητό ήταν πολύ καλό και οικονομικό. Σε λίγο διαπιστώσαμε πως είχε και ζωντανή μουσική, με 3 μουσικούς που έπαιζαν σερβικές μελωδίες αλλά και ελληνικά κλασικά τραγούδια… προφανώς λόγω της παρουσίας μας. Ίσως δεν μπορεί να περιγραφεί το κλίμα που επικρατούσε, εντούτοις το μόνο σίγουρο είναι πως περάσαμε πολύ όμορφα με κουβέντα, αστεία και πολύ κέφι μέχρι τις 1μμ. Ίσως τελικά να ήταν από τις πιο όμορφες «τελευταίες» βραδιές σε ταξίδια που έχω κάνει μέχρι τώρα…