Life is a book and those who do not travel, read only one page

Venice

Πληροφορίες Ταξιδιού

Οδοιπορικό 2008 ΙΙ
Ημερομηνία: Παρ, 22/08/2008
Ιταλία
Απόσταση: 122 χλμ.
Μοτοσυκλετιστές: Γιώργος
Συναναβάτες: Στεργιανή
Φωτογράφοι: Στεργιανή, Γιωργος
Συγγραφείς: Γιώργος
Φωτογραφίες: Σύνδεσμος

Αξιοθέατα

22.8.2008

Με ανάμεικτα συναισθήματά κατεβήκαμε για τον καφέ , το πρωί στο ξενοδοχείο. Από  τη μια χαρά και ανυπομονησία για να συναντήσουμε το Κυριάκο και τη Δήμητρα και από την άλλη πικρία καθώς το ταξίδι έφτανε στο τέλος του. Με αργούς ρυθμούς, καθότι είχαμε να διανύσουμε μόνο 122 χιλιόμετρα μέχρι τη Venice, φύγαμε από τη Verona. Κινηθήκαμε στην επαρχία της Ιταλίας . Οι δρόμοι εύκολοι ,χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις με κύριο γνώρισμα στα χωριά και τις πόλεις που προσπερνούσαμε την παντελή απουσία κίνησης . Σε όλες τις περιοχές επικρατούσε ηρεμία.

Το ξενοδοχείο βρισκόταν έντεκα χιλιόμετρα από το λιμάνι της Venice  σε μια ήσυχη περιοχή και ήταν διακοσμημένο με την βενετσιάνικη αρχιτεκτονική. γραφικό χωρίς να είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Καθώς τα παιδιά δεν είχαν φτάσει ακόμη αφού ξεφορτώσαμε τις  αποσκευές, φύγαμε για τη Venice.

Περάσαμε τη μεγάλη γέφυρα που ενώνει το Mestre με τη Venice και βρεθήκαμε σε ένα άνοιγμα, που σταματάνε τα λεωφορεία και ουσιαστικά τελειώνει ο δρόμος που μπορείς να κινηθείς με κάποιο όχημα. Βρήκαμε το γνωστό μπορντό κτίριο, που λειτούργει ως παρκινγκ, αλλά μας είπε ότι θα ήταν ανοιχτό για μια ώρα ακόμη. Έτσι αφήσαμε τη μηχανή έξω, όπου βρισκόταν και άλλες αναρίθμητες. Εκεί συναντήσαμε τον Ίκαρο και το Θύμιο, δυο φίλους από τα Γιάννενα. Μαζί με τα παιδιά αρχίσαμε να περπατάμε στα  κανάλια της πόλης. Η ομορφιά, η γραφικότητα και η ιδιαιτερότητά αυτής της πόλης είναι μοναδικά.Τα μικρά κανάλια διαδέχονται τα γραφικά γεφυράκια που ενώνουν τις απέναντι πλευρές . Από το σημείο που ξεκινήσαμε προκειμένου να φτάσουμε στην πλατεία του Άγιου Μάρκου ακολουθήσαμε τις πινακίδες που οδηγούσαν είτε στο Grand Canal, είτε στην πλατεία.

Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα , τα στενά  σοκάκια μας οδήγησαν στη θάλασσα και αρχίσαμε να βλέπουμε το μεγαλύτερο κανάλι της πόλης και την επιβλητική γέφυρα που ενώνει τις δυο πλευρές του το Rialto . Ανεβήκαμε πάνω , η θέα από το ψηλότερο σημείο του είναι καταπληκτική , με το νερό να γλείφει τα θεμέλια των κτιρίων και όλα αυτά τα πλοιάρια και τις γόνδολες να κινούνται ασταμάτητα . Στο εσωτερικό του Rialto  λειτουργούν μαγαζάκια με σουβενίρ . Έχοντας μείνει λιγότερη απόσταση πλέον από αυτή που είχαμε διανύσει  μέχρι τώρα, φτάσαμε στην πλατεία του Άγιου Μάρκου.

Η πλατεία ανοίγεται τεραστία μπροστά σου αλλάζοντας το σκηνικό που μέχρι τώρα είχε συνηθίσει το μάτι . Ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος ήταν υπερβολικός . Τα καφέ που λειτουργούν εκεί , είναι παρατεταγμένα γύρω γύρω και έχουν ορχήστρες που παίζουν ζωντανά κλασική μουσική δίνοντας ένα πιο κομψό τόνο στο τοπίο . Από το μεγάλο ρολόι κινηθήκαμε προς το παλάτι των δόγηδων με κατεύθυνση την περιβόητη γέφυρα των στεναγμών . Η γέφυρα αυτή ήταν το τελευταίο σημείο επικοινωνίας των μελλοθανάτων φυλακισμένων με τον ελεύθερο κόσμο .την περίοδο εκείνη ήταν καλυμμένη, καθώς έκαναν έργα συντήρησης.

Γυρνώντας προς την πλατεία συναντήσαμε τον Κυριάκο και τη Δήμητρα που είχαν επιστρέψει. Μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά κάναμε όλοι μαζί μια βόλτα στα γύρω καντούνια και καθίσαμε στην πλατεία του Άγιου Μάρκου για αναγκαίο καφεδάκι και για αφήγηση των όσων είχαμε δει αυτές τις μέρες. Υπό τους ήχους της κλασικής μουσικής το βραδάκι έπεσε για τα καλά, ενώ εμείς ταξιδεύαμε ακόμη . Για την ιστορία αναφέρω τέσσερις καφέδες κόστισαν 57ευρω και ο σερβιτόρος ζήτησε να κρατήσει  60 εν είδη φιλοδωρήματος , κάτι που μας έκανε εντύπωση. Στη συνέχεια καθίσαμε σε κάποιο εστιατόριο , από αυτά που βρίσκονται εκατέρωθεν του Ριάλτο και έχουν τουριστική φιλοσοφία. Μας έκανε εντύπωση ο πολύ μικρός χρόνος που μας εξυπηρέτησαν , που τελικά αποσκοπούσε στο να φύγουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα ,καθώς οι σερβιτόροι άρχισαν να μαζεύονται και να στέκονται ορθοί διπλά από το τραπέζι, κοιτάζοντας μας δυσανασχετισμενοι . Μιας και ήταν έκδηλη αυτή η επιθυμία τους καθίσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε.

Με χαλαρούς ρυθμούς γυρίσαμε εκεί που είχαμε τις μηχανές και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα το καράβι απέπλεε στις 11 00.κατα τις 09 00 Φύγαμε από το ξενοδοχείο . Η είσοδος στο λιμάνι οριοθετούσε το τέλος του παραμυθιού και την ταυτόχρονη επιστροφή στην πραγματικότητα.

Οι εντυπώσεις από αυτές τις δεκαπέντε μέρες του οδοιπορικού μοναδικές και μας τρέφουν ακόμη. Μια αφορμή χρειαζόταν και αυτή δόθηκε μέσα από το  Motoriders Club. Οποιοσδήποτε φόβος μπορεί να υπήρχε για το άγνωστο, ξεπεράστηκε μόλις διανύσαμε τα πρώτα χιλιόμετρα επί ιταλικού εδάφους. Πρώτου ξεκινήσουμε υπήρχε μια επιφύλαξη για το τι θα συναντούσαμε, στην πράξη όμως τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Απαραίτητο εργαλείο στο ταξίδι αποδείχθηκε το GPS , που ανταποκρίθηκε άψογα σε κάθε διαδρομή, όσο δύσκολη κι αν ήταν. Πολλές φορές μάλιστα μας οδήγησε από διαδρομές που δεν ήταν άμεσα ορατές από τον κεντρικό δρόμο, μέσα σε καταπράσινα δασάκια και ξεχασμένες αγροικίες. Η διάφορα  στην ποιότητα του οδοστρώματος γίνεται αμέσως και έντονα αντιληπτή, όταν γυρίσεις στην Ελλάδα και αντικρίσεις ωμα την πραγματικότητα.

Η αρχή έγινε και ήδη από την επιστροφή υπήρχαν κάποιες σκέψεις για το επόμενο ταξίδι, το όποιο ελπίζουμε σύντομα να πραγματοποιηθεί .